στράκα

η, Ν
1. οξύς και ξηρός κρότος
2. φρ. «κάνω στράκες» — προκαλώ ζωηρές εντυπώσεις, κυρίως με την εμφάνισή μου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Λ. σχηματισμένη από ηχομίμηση τού θορύβου που προκαλεί το μαστίγιο των αμαξηλατών].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • στράκα — η 1. κρότος. 2. κροτίδα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τράκα — η, Ν 1. ο ξηρός και οξύς κρότος που παράγεται από το χτύπημα μαστιγίου 2. σύγκρουση, ιδίως οχήματος, τρακάρισμα 3. φρ. α) «κάνω τράκα» ζητώ και αποσπώ χρήματα ή αντικείμενα χωρίς να τά επιστρέφω β) «κάνω τράκες» (συνήθως σχετικά με ενδυμασία)… …   Dictionary of Greek

  • τράκα — η 1. στράκα (βλ. λ.): Κάνει τράκες, κάνει εντύπωση. 2. είδος κροτίδας, τρακατρούκα: Ακούστηκαν πολλές τράκες στην Ανάσταση. 3. σύγκρουση οχήματος με άλλο: Πολύνεκρη τράκα. 4. αναιδής λήψη δωρεάν, πράγματος που ανήκει σε άλλον, σελεμιά, αμάκα: Μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.